Πανίδα

Η συνεχής παρουσία του ανθρώπου στην περιοχή του Πάρνωνα, σε συνδυασμό με την εύκολη σχετικά πρόσβαση, οδήγησε στη σταδιακή εξαφάνιση αρκετών ειδών της πανίδας και προπάντων των μεγάλων θηλαστικών.

Γενικά, τα ενδημικά, απειλούμενα, σπάνια και προστατευόμενα είδη πανίδας κατανέμονται ως εξής: 12 είδη θηλαστικών, 53 είδη ορνιθοπανίδας, 2 είδη ιχθυοπανίδας, 20 είδη ερπετών, 6 είδη αμφιβίων και 17 είδη ασπόνδυλων.

Θηλαστικά

Τα άγρια θηλαστικά που ζουν στον Πάρνωνα είναι κυρίως νυκτόβια είδη, μικρού ή μεσαίου μεγέθους. Στον Πάρνωνα απαντούν τα συνήθη σε όλη την Ελλάδα είδη, όπως ο λαγός, η αλεπού, ο ασβός, το κουνάβι, η νυφίτσα, το τσακάλι, ορισμένα τρωκτικά και νυχτερίδες. Από τα είδη αυτά, σπάνιο και απειλούμενο μπορεί να θεωρηθεί μόνο το τσακάλι, του οποίου οι πληθυσμοί μειώνονται συνεχώς στην Ελλάδα, ενώ δεν συναντάται σε άλλη χώρα της ΕΕ.

1.1b_tsakali.jpg

Θηλαστικά που υπήρχαν σε παλαιότερες εποχές

Τα άγρια θηλαστικά που συναντάμε σήμερα στον Πάρνωνα δεν είναι δυνατόν να συγκριθούν ούτε σε αριθμό ειδών ούτε σε πληθυσμούς με τα θηλαστικά που ζούσαν εδώ άλλοτε. Λαμβάνοντας υπ' όψιν ότι σ' ολόκληρη την Πελοπόννησο έχει διαπιστωθεί η ύπαρξη, σε παλαιότερες εποχές, ειδών που σήμερα έχουν χαθεί, μπορεί να συναχθεί με κάποια βεβαιότητα ότι στον Πάρνωνα ζούσαν κατά το παρελθόν τα παρακάτω είδη θηλαστικών:

Καστανή αρκούδα (Ursus arctos) - Εξαφανίστηκε μετά τον 15ο αιώνα.
Λύγκας ή Ρίτσος (Lynx lynx) - Εξαφανίστηκε στις αρχές του 20ου αιώνα.
Λύκος (Canis lupus) - Εξαφανίστηκε γύρω στο 1925.
Ελάφι (Cervus elaphus) - Εξαφανίστηκε στην τελευταία περίοδο της Τουρκοκρατίας.
Ζαρκάδι (Capreolus capreolus) - Εξαφανίστηκε στις αρχές του 20ου αι. Λίγα άτομα επανεισάχθηκαν πρόσφατα.
Αγριόγατος (Felis sylvestris) - Άγνωστο πότε ακριβώς εξαφανίστηκε. Πιθανώς στη διάρκεια του 20ου αιώνα.

 

Πουλιά

Σε αντίθεση με τα θηλαστικά, η ορνιθοπανίδα στην περιοχή του Πάρνωνα είναι εξαιρετικά πλούσια. Ο μεν Πάρνωνας διαθέτει μεγάλη ποικιλία ιδίως στρουθιόμορφων πουλιών, όπως παπαδίτσες, τσοπανάκους, τσίχλες, κοτσύφια, σπουργίτια, χελιδόνια, κουρούνες κ.α., ο δε υγρότοπος του Μουστού χρησιμοποιείται ως σταθμός διατροφής και ξεκούρασης από πολλά σπάνια μεταναστευτικά υδρόβια ή παρυδάτια είδη.

Η ορνιθοπανίδα του Πάρνωνα περιλαμβάνει 217 είδη, από τα οποία κάποια ζουν μόνιμα στην περιοχή, άλλα έρχονται το καλοκαίρι ή το χειμώνα και μερικά εμφανίζονται ως διαβατικά.

Από τα είδη αυτά, 53 είναι απειλούμενα ή/και προστατευόμενα. Τα πιο σπάνια είναι ο χρυσαετός, ο τσίφτης, ο στεπόκιρκος, ο σταυραετός, η χιονάδα, ο πετροκότσιφας, η χιονότσιχλα και η κιτρινοκαλιακούδα, που απαντούν στην περιοχή του Πάρνωνα, και ο πορφυροτσικνιάς, ο οποίος απαντά στον Υγρότοπο Μουστού.

1.1b_birds.jpg

Πουλιά των κορυφών

Οι κορυφές του Πάρνωνα με τη χαμηλή θαμνώδη βλάστηση, αν και έχουν μικρή ποικιλότητα ειδών, παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον λόγω της ύπαρξης πουλιών προσαρμοσμένων ειδικά στο περιβάλλον αυτό, όπως είναι η χιονάδα και η κιτρινοκαλιακούδα.

Πουλιά του βουνού και του δάσους

Η ορεινή δασώδης ζώνη του Πάρνωνα (περίπου 800-1.500 μ. υψόμετρο), με το ηπιότερο -σχετικά με άλλα ελληνικά βουνά- κλίμα και τα πλούσια δάση ελάτης και μαύρης πεύκης, διατηρεί πολύ πυκνούς πληθυσμούς πουλιών, κυρίως στρουθιόμορφων. Αξιοσημείωτο είναι ότι τα πουλιά αυτά δεν απαντούν μόνο κατά τόπους στη ορεινή ζώνη, αλλά σε ολόκληρη την έκτασή της, φαινόμενο σχετικά σπάνιο για τα βουνά της ηπειρωτικής Ελλάδας.

Η ημιορεινή δασώδης και θαμνώδης ζώνη (περίπου 600-800 μ. υψόμετρο) παρουσιάζει επίσης μεγάλο ορνιθολογικό ενδιαφέρον, όχι μόνο ως προς την πυκνότητα των πληθυσμών των ειδών αλλά και ως προς την ποικιλία τους. Στη ζώνη αυτή είναι χτισμένα αρκετά από τα χωριά του Πάρνωνα. Τα φυλλοβόλα ή μικτά δάση και οι μικροί αγροί κηπευτικών ή οπωροφόρων που τα περιβάλλουν προσφέρουν μεγάλη ποικιλία ενδιαιτημάτων. Επιπλέον, η ύπαρξη τρεχούμενων νερών κοντά σε αρκετά από αυτά τα χωριά βελτιώνει σημαντικά τις συνθήκες διαβίωσης και αναπαραγωγής για δεκάδες είδη πουλιών, έτσι ώστε (γύρω από τέτοια χωριά) να έχουν δημιουργηθεί κυριολεκτικά μικροί «ορνιθολογικοί παράδεισοι».

Τέλος, η ημιορεινή λοφώδης ζώνη με θαμνώνες αείφυλλων-πλατύφυλλων (από τις ακτές μέχρι περίπου 700 μ. υψόμετρο) δεν παρουσιάζει ιδιαίτερο ορνιθολογικό ενδιαφέρον συγκριτικά με άλλες περιοχές της Ελλάδας. Και σ' αυτή πάντως, η ποικιλία των ειδών και η πυκνότητα των πληθυσμών είναι αξιόλογη.

Υδρόβια και παρυδάτια πουλιά

Ο υγρότοπος Μουστού, με κριτήριο την παρουσία μεγάλου αριθμού απειλούμενων ειδών σε περιορισμένη έκταση, αναδεικνύεται ως χώρος εξέχουσας σημασίας για την ορνιθοπανίδα σε ολόκληρη την περιοχή του Πάρνωνα. Αν και σχετικά μικρός, εν τούτοις περιλαμβάνει μεγάλη ποικιλία ενδιαιτημάτων, όπως παράκτια λίμνη, κανάλια, αλμυρόβαλτους, καλαμιώνες, λασποτόπια κ.α. με αποτέλεσμα και η ποικιλία των ειδών να είναι αξιόλογη.

Επιπλέον, ο Μουστός είναι ο σημαντικότερος και ο μόνος αξιόλογου μεγέθους υγρότοπος στην ανατολική Πελοπόννησο, και ο πρώτος που συναντούν τα μεταναστευτικά πουλιά που ακολουθούν τις ανατολικές ακτές της Ελλάδας προς το βορρά. Ο επόμενος (μεγάλος) υγρότοπος είναι το Δέλτα του Σπερχειού. Η ευρύτερη λοιπόν σημασία του για τα υδρόβια και παρυδάτια πουλιά αφορά τη χρήση του ως σταθμού ξεκούρασης και διατροφής τους κατά τη μετανάστευση. Επιπλέον, ορισμένα απειλούμενα είδη διατηρούν και κάποιους φωλιάζοντες πληθυσμούς.

 

Τα πουλιά ως περιβαλλοντικοί δείκτες

Τα πουλιά αποτελούν μία ιδιαίτερη ομάδα ζώων με μεγάλη σημασία για την οικολογία μιας περιοχής επειδή:

Τα χαρακτηριστικά αυτά, σε συνδυασμό με τη σχετικά εύκολη παρατήρηση και καταγραφή τους, τα καθιστούν άριστους περιβαλλοντικούς δείκτες. Αυτό σημαίνει ότι, καταγράφοντας τα πουλιά που υπάρχουν σε μία περιοχή, μπορεί κανείς να εκτιμήσει την οικολογική κατάστασή της. Όσο μεγαλύτερη η ποικιλομορφία και η πυκνότητα της ορνιθοπανίδας σε μία περιοχή, τόσο μεγαλύτερη και η οικολογική της αξία.

Η μετανάστευση των πουλιών

Η μετανάστευση είναι μία εποχιακή κίνηση, από περιοχές όπου οι συνθήκες διαβίωσης γίνονται δύσκολες, σε περιοχές με ευνοϊκότερες συνθήκες. Από τον κόσμο των πουλιών σχεδόν τα μισά είδη περνούν τους χειμώνες και τα καλοκαίρια σε διαφορετικές περιοχές, διανύοντας μεγάλες αποστάσεις την άνοιξη και το φθινόπωρο.

Πως προσανατολίζονται; Κατά τη διάρκεια της ημέρας χρησιμοποιούν συχνά τον ήλιο ως πυξίδα, ενώ κατά τη διάρκεια της νύχτας οδηγούνται από τα αστέρια. Κάθε 24 ώρες τα αστέρια περιστρέφονται γύρω από ένα σταθερό σημείο. Είναι αξιοσημείωτο πως τα πουλιά έχουν την ικανότητα να εντοπίζουν το συγκεκριμένο σημείο και να το συνδυάζουν με τη θέση της σελήνης και με το μαγνητικό πεδίο της γης. Επίσης, πολύ συχνά, τα μεταναστευτικά πουλιά χαράζουν την πορεία τους (κατά τη διάρκεια της ημέρας) χρησιμοποιώντας ως ορόσημα ποτάμια ή ακτές. Σε κάποιες περιοχές, εκατομμύρια πουλιά χρησιμοποιούν στενά ακρωτήρια ως οδηγό πριν διασχίσουν τη θάλασσα. Πιστευεται επίσης ότι τα νεαρά πουλιά, οδηγούμενα από τους γονείς τους, απομνημονεύουν μεγάλα τμήματα της διαδρομής που ακολουθούν, παίρνοντας ως σημεία αναφοράς τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία των περιοχών απ' όπου διαβαίνουν.